Ζούσαμε πάντα σε ένα κάστρο

Οι λόγοι που με οδηγούν στην αγορά ενός βιβλίου σχετίζονται κυρίως με τις προτάσεις από ανθρώπους που εμπιστεύονται, με τις κριτικές που θεωρώ αξιόπιστες, με το είδος της λογοτεχνίας που εκπροσωπεί και λίγο με το γεγονός ότι πάσχω από FOMO. 

Ή απλά μπορεί να μου αρέσει το εξώφυλλο!

Η επιλογή βιβλίων από το εξώφυλλο εγκυμονεί κινδύνους. Πολύ συχνά οι εκδοτικοί έχουν φοβερό δημιουργικό τμήμα και μάρκετινγκ αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι κατώτερο των προσδοκιών.

Όταν είδα το νέο εξώφυλλο για το Ζούσαμε Πάντα σε ένα Κάστρο, έχασα το μυαλό μου, δεν μπορώ να σας το περιγράψω! Ήταν απλά εξαιρετικό και μεγάλη αναβάθμιση από το προηγούμενο, που, ας είμαστε ειλικρινείς, ήταν κάπως βαρετό. Σκέφτηκα λοιπόν πώς δεν πειράζει, θα πέσω άλλη μια φορά στην παγίδα (για άνθρωπος που θεωρητικά έχει σπουδάσει μάρκετινγκ, είμαι μεγάλο θύμα του, φταίει που δεν άσκησα το επάγγελμα;)

Είχα προετοιμαστεί για ένα γοτθικό μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα τρόμου, ίσως και με στοιχεία υπερφυσικού. Βρέθηκα μπροστά σε μια ευαίσθητη γραφή που έδινε χρώμα και ψυχή σε κάθε τι που περιέγραφε. Βρέθηκα μπροστά σε δύο ηρωίδες, διαφορετικές γι’ αυτό και περιθωριοποιημένες από την μικρή κοινωνία στην οποία ζούσαν.


Είναι χαρακτηριστικό των ανθρώπων να αποξενώνουν ότι είναι διαφορετικό, το θεωρούν ίσως επικίνδυνο και δεν καταλαβαίνουν ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος έρχεται από την ίδια την απομόνωση που τόσο εύκολα επιβάλλουν  σε ότι δεν καταλαβαίνουν.

Η Μέρικατ (μαζί με τον Τζόνας, τον γάτο της) ζει με την αδερφή της Κονστάνς και τον ανάπηρο θείο τους σε ένα μεγάλο σπίτι μέσα στο περιφραγμένο σπίτι της οικογένειάς τους. Κανείς άλλος δεν έχει μείνει ζωντανός μιας και η υπόλοιπη οικογένεια πέθανε δηλητηριασμένη πριν χρόνια, ένα έγκλημα για το οποίο θεωρήθηκε υπεύθυνη η Κονστάνς χωρίς όμως ποτέ να καταδικαστεί. Η 18χρονη Μέρικατ είναι η μόνη που έρχεται σε επαφή με τους κατοίκους του χωριού μιας και έχει αναλάβει το δύσκολο έργο του ανεφοδιασμού, ένα έργο που της φαίνεται άθλος, ένας γολγοθάς μιας και η Μέρικατ είναι ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας που δεν επιθυμεί καμία αλληλεπίδραση πέραν της αδερφής της την οποία λατρεύει σχεδόν παθολογικά. Έχει φτιάξει μια σειρά από «ξόρκια» και «φυλαχτά» για να διατηρήσει ανέπαφη την οικογενειακή γαλήνη, για να μην μπορεί κανείς να τους πειράξει μέσα στον ιδιωτικό τους χώρο, σε αυτό που νιώθει ως το κάστρο τους.

Αυτή η κατάσταση όμως κινδυνεύει να ανατραπεί όταν μια μέρα εμφανίζεται ο ξάδερφος Τσαρλς που εμφανίζεται για να βάλει χέρι στην περιουσία τους μέσω του γάμου που έχει κανονίσει στο μυαλό του με την Κονστάνς. Η εξέλιξη αυτή έρχεται να ταράξει κι άλλο το ήδη ταραγμένο μυαλό της Μέρικατ που θα κάνει ότι μπορεί για να την αποτρέψει, πλάθοντας αλλόκοτα σενάρια και βαδίζοντας πάνω σε τεντωμένο σκοινί.

Ενώ το βιβλίο έχει όλα τα στοιχεία του γοτθικού μυθιστορήματος, είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Είναι ταυτόχρονα και η κραυγή αγωνίας ενός ανθρώπου που ξέρει πώς είναι ανίκανος να λειτουργήσει σε έναν κόσμο που δεν θα μπορέσει ποτέ να τον αποδεχθεί. Όλα αυτά τα συναισθήματα, η τρέλα, η αγοραφοβία, η αποξένωση, είναι αυτά που δημιουργούν τον τρόμο που διαπνέει την αφήγηση.

Τελειώνοντας το βιβλίο, μένει μια αίσθηση ενόχλησης, σαν να μην μπήκαν όλα τα κομμάτια στη θέση τους. Αυτός όμως, νομίζω, ήταν και ο σκοπός. Να φανεί πώς οι άνθρωποι που η κοινωνία επιλέγει να απομονώσει και να μην φροντίσει, τελικά θα βρουν την μοναχική τους λύση. Κι αυτή, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι εκτός της κοινωνίας. 

Η Shirley Jackson, που με τις ηρωίδες της περιγράφει ίσως κι ένα μέρος του εαυτού της, είναι επίσης πολύ ικανή (και αυτό έχει αποδειχθεί τρομερά δύσκολο) να γράψει από την οπτική γωνία του παιδιού. Η Μέρικατ, που έχει αναλάβει τον ρόλο του  αφηγητή, παρόλο που είναι 18 χρονών, παραμένει παιδί. Έτσι η συγγραφέας την παρουσιάζει ως τέτοιο, όχι ως μικρογραφία ενήλικα. Αυτό φαίνεται στην αθωότητα με την οποία η Μέρικατ ολοκληρώνει την αφήγησή της. Είναι η αθωότητα ενός παιδιού που κανείς δεν άκουσε την έκκλησή του για βοήθεια κι έτσι αρκέστηκε στην αιώνια μοναξιά μέσα στο κάστρο που μόνο του έχτισε.

My name is Mary Katherine Blackwood. I am eighteen years old, and I live with my sister Constance.

Σχολιάστε

Διάβασε ακόμα!