
Γιατί διαβάζουμε;
Το κάθε ατομάκι από εμάς έχει τους λόγους του και η βασική αρχή είναι μία:
ΔΕΝ ΚΡΙΝΟΥΜΕ!
Άλλος διαβάζει για να χαλαρώσει, άλλος για να ταξιδέψει, άλλος για να ξεχαστεί, άλλος για να τρομάξει, άλλος για να ερωτευτεί, άλλος γιατί απλώς του αρέσει να κρατάει ένα βιβλίο στα χέρια του.
Για εμένα όμως ένας από τους βασικούς λόγους ήταν πάντα η μάθηση.
Να μάθω για μέρη που δεν ήξερα. Να μάθω για ζωές που δεν έζησα και πιθανότατα δεν θα ζήσω ποτέ. Να μάθω για ανθρώπους που δεν θα γνωρίσω. Να καταλάβω εποχές στις οποίες δεν έζησα και ιστορίες που κανείς γύρω μου δεν είχε λόγο να μου διηγηθεί.
Το κάθε βιβλίο είναι ένα παράθυρο στον κόσμο.
Και ναι, αγοράζω καινούργια βιβλία. Διαβάζω καινούργια βιβλία. Μου αρέσει να βλέπω τι γράφεται σήμερα, τι απασχολεί τους σύγχρονους συγγραφείς, πώς αλλάζει η λογοτεχνία.
Πιστεύω όμως πως το βιβλίο έχει μια αξία που δεν εκπίπτει με τον χρόνο.
Ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν από είκοσι, πενήντα ή εκατό χρόνια μπορεί να σου ανοίξει μια πόρτα σήμερα. Μπορεί να σου μιλήσει για έναν κόσμο που έχει τελειώσει, αλλά να σε κάνει να κοιτάξεις διαφορετικά τον δικό σου. Μπορεί να μην είναι καν το καλύτερο βιβλίο που διάβασες ποτέ.
Μπορεί, όμως, να είναι το βιβλίο που σε έκανε να ψάξεις.
Και ίσως αυτό να είναι εξίσου σημαντικό.
Μερικές φορές το βιβλίο δεν είναι ο προορισμός. Είναι η κουνελότρυπα.
Προχθές έβλεπα ένα βίντεο από ένα κανάλι στο YouTube που εκτιμώ ιδιαίτερα. Το θέμα του ήταν το Sarajevo Safari.
Αν δεν ξέρετε ακριβώς για τι μιλάω, αρχικά θεωρήστε εαυτούς τυχερούς και μετά δείτε το βίντεο.
Το Sarajevo Safari αφορά τις καταγγελίες για ένα φαινόμενο πολεμικού τουρισμού κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σεράγεβο, σύμφωνα με τις οποίες ξένοι επισκέπτες πλήρωναν για να μεταφερθούν σε θέσεις των σερβοβοσνιακών δυνάμεων και να πυροβολούν αμάχους στην πολιορκημένη πόλη. Οι καταγγελίες έχουν οδηγήσει σε έρευνες, μεταξύ άλλων στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και στην Ιταλία.
Και κάπου εδώ μπαίνει η προσωπική ιστορία.
Σεράγεβο, Στρεμπρένιτσα, μακρινά 90s με τον θάνατο να κάνει διακοπές. Όποιος έπιασε το reference, να πάει για check up αύριο.
Εμείς που μεγαλώσαμε στα 90s είχαμε μια πολύ συγκεκριμένη σχέση με τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας. Ήταν εκεί. Στις ειδήσεις. Στις εικόνες των δελτίων. Στα σπίτια μας, μαζί με το βραδινό και το διάβασμα για την επόμενη μέρα.
Βλέπαμε το Σεράγεβο στις οθόνες μας.
Αλλά ως παιδιά, τι ακριβώς καταλαβαίναμε;
Πόσο μπορούσαμε να αντιληφθούμε τι σημαίνει να πολιορκείται μια πόλη; Τι σημαίνει να ζεις με ελεύθερους σκοπευτές απέναντι από το σπίτι σου; Τι σημαίνει να γίνεσαι στόχος επειδή απλώς βγήκες στον δρόμο;
Και πόσα από αυτά που καταναλώναμε ως ειδήσεις έμειναν τελικά μέσα μας ως εικόνες χωρίς πραγματικό περιεχόμενο;
Κι αργότερα, πολύ αργότερα, ήρθε ένα βιβλίο.

Ο Θάνος Δραγούμης —aka ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου— έγραψε τη Μαύρη Αυγή.
Και ήταν το βιβλίο που με έκανε να αναζητήσω τι πραγματικά συνέβη τόσο κοντά μας. Κυριολεκτικά δίπλα μας. Όσο εμείς καταναλώναμε αχυρώνες να κάνουν φοοουυπ και να φλέγονται (άλλο ένα reference που σηματοδοτεί άμεση ανάγκη για check up, μη σας πω και κολονοσκόπηση).
Αυτό είναι και το σημείο όπου πρέπει να κάνω μια παραδοχή: η σχέση μου με τον συγγραφέα είναι κάπως περίεργη. Δεν έχω καταλήξει ακόμη τι ακριβώς πιστεύω για τη γραφή του και, ως εκ τούτου, δεν μπορώ να εκφέρω μια καθαρή συνολική γνώμη για το βιβλίο.
Σίγουρα δεν είναι το καλύτερο που έχω διαβάσει. Αλλά του αξίζει μια θέση. Και μια αναφορά. Όχι επειδή θεωρώ ότι κάθε βιβλίο που μας μαθαίνει κάτι πρέπει αυτομάτως να θεωρείται σπουδαία λογοτεχνία. Αλλά επειδή αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο έκανε κάτι για εμένα.
Με έκανε να ψάξω.
Και ξαφνικά ο πόλεμος που θυμόμουν ως παιδί από τις ειδήσεις απέκτησε ιστορία, ονόματα, τόπους, αιτίες και συνέπειες. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να του αφαιρέσω.
Γιατί ένα βιβλίο μπορεί να έχει αδυναμίες και παρ’ όλα αυτά να λειτουργήσει ως αφετηρία. Μπορεί να μην είναι το τέλος της διαδρομής. Μπορεί να είναι απλώς η πινακίδα που σου λέει: «Από εδώ ξεκινάς να ψάχνεις.»
Το βιβλίο που με έβαλε να αμφισβητήσω τον Θεό

Ο δρόμος που με έκανε, τουλάχιστον, αγνωστικίστρια ξεκίνησε από ένα βιβλίο που διάβασα στις τελευταίες τάξης του Δημοτικού. Ήταν Το Ζαφείρι του Θεού, του Gilbert Sinoué και μπορεί να το διάβασα πρώτη φορά στα δώδεκα, αλλά σίγουρα όχι τελευταία. Για μένα ήταν μία από τις ωραιότερες ιστορίες που συντρόφεψαν την εφηβεία μου.
Η ιστορία διαδραματίζεται στην Ισπανία του 15ου αιώνα, σε μια εποχή θρησκευτικών συγκρούσεων και της Ιεράς Εξέτασης.
Αλλά όταν το διάβασα εγώ, στα δώδεκά μου, δεν με ενδιέφερε η ιστορική του τοποθέτηση. Με ενδιέφερε κάτι πολύ πιο απλό:
Πώς γίνεται να θεωρείς ότι η δική σου αλήθεια είναι η μόνη αλήθεια;
Θυμάμαι ακόμη ένα από τα νοήματα του βιβλίου, χωρίς να τολμήσω να το παραθέσω ως ακριβές απόσπασμα γιατί το γράφω από μνήμης.
Ο Εβραίος Φράι Βάργας δεν υπάρχει. Σήμερα είναι οι Εβραίοι, αύριο θα είναι οι Άραβες, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι ανάπηροι…
Κάπως έτσι κατάλαβα ότι το εμείς και το αυτοί είναι πολύ πιο εύκολο να κατασκευαστεί απ’ όσο θα ήθελα.
Και κάπου εκεί άρχισε η διαδικασία.
Δεν ξύπνησα την επόμενη μέρα αγνωστικίστρια. Αλλά άρχισα να κάνω ερωτήσεις.
Και τα βιβλία έχουν αυτό το ενοχλητικό χαρακτηριστικό: όταν αρχίσεις να κάνεις ερωτήσεις, πολύ δύσκολα σταματάς.
Και μετά ήρθε ο Dan Brown
Η ταφόπλακα, αν θέλουμε να το πούμε έτσι, έπεσε με τον Κώδικα Ντα Βίντσι. Το πρώτο μεγάλο βιβλίο του Dan Brown που διάβασα.
Και εδώ ας είμαστε ειλικρινείς. Δεν είναι από τα καλύτερα βιβλία ούτε που κυκλοφορούν ούτε που έχω διαβάσει. Είναι άλλωστε μάλλον γνωστή η άποψή μου για τις συγγραφικές τακτικές του Brown. Αλλά δεν έχει σημασία.
Γιατί ο Κώδικας Ντα Βίντσι έκανε κάτι που πολλά «καλύτερα» βιβλία δεν κατάφεραν ποτέ να κάνουν μαζί μου: Με έβαλε ακόμα πιο βαθιά στην κουνελότρυπα. Ξεκίνησα να ψάχνω την εξέλιξη των σύγχρονων θρησκειών. Μετά τις θρησκείες γενικότερα.
Τι είναι μύθος; Τι είναι παράδοση; Τι είναι πολιτική; Πώς δημιουργούνται τα δόγματα; Πώς αλλάζουν; Πώς χρησιμοποιούνται; Πώς επιβιώνουν;
Και κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω κάτι που εξακολουθώ να θεωρώ πολύ σημαντικό:
Ένα βιβλίο μπορεί να είναι μέτριο και παρ’ όλα αυτά να σου κάνει καλό. Όχι επειδή σου δίνει σωστές απαντήσεις. Αλλά επειδή σου δημιουργεί ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Ο Dan Brown δεν μου έμαθε την ιστορία των θρησκειών. Μου έμαθε ότι θέλω να την ψάξω. Κάπου εδώ υπάρχει μια τεράστια διαφορά.

Λατινική Αμερική
Σε κάποια άλλη ζωή ίσως να είχα ζήσει εκεί. Δεν πιστεύω σε άλλες ζωές, αν και, να πω την αλήθεια, θα μου άρεσε πολύ η ιδέα. Αλλά εάν υπάρχει μια περιοχή του πλανήτη με την οποία νιώθω κάπως παράλογα ψυχικά συνδεδεμένη, είναι η Λατινική Αμερική.
Όλα ξεκίνησαν από το Σπίτι των Πνευμάτων, όπου αν δεν το έχετε διαβάσει, να πάτε να το διαβάσετε.
Εγώ, βέβαια, κρατάω ένα αντίτυπο τριάντα χρόνων από τις εκδόσεις Ωκεανίδα (ελαφρύ το χώμα που τις σκεπάζει).
Το βιβλίο της Isabel Allende ήταν από εκείνα που δεν μου έδωσαν απλώς μια ιστορία. Μου έδωσαν έναν τόπο με πολιτική, ταξικές συγκρούσεις, οικογένειες, δικτατορίες, βία, μνήμη, μαγεία, ιστορία.
Και ξαφνικά ήθελα να μάθω περισσότερα. Για τη Χιλή. Για τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Για την πολιτική ιστορία της ηπείρου. Για τους ανθρώπους που έζησαν μέσα σε αυτές.
Κάπως έτσι η λογοτεχνία άρχισε πάλι να κάνει αυτό που κάνει καλύτερα: να ανοίγει νέες πόρτες.
Το Σφαγείο
Το Σφαγείο του Esteban Echeverría το διάβασα πολύ πιο πρόσφατα. Πρόκειται για ένα βιβλίο μικρό αλλά σκληρό με σαφής πολιτικές θέσεις.
Το διήγημα γράφτηκε περίπου το 1838–1840, αλλά δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το 1871. Τοποθετείται στην Αργεντινή της εποχής του Juan Manuel de Rosas και θεωρείται θεμελιώδες έργο της αργεντίνικης λογοτεχνίας.
Είναι από εκείνα τα βιβλία που διαβάζεις πολύ γρήγορα και μετά συνειδητοποιείς ότι χρειάζεσαι πολύ περισσότερο χρόνο για να καταλάβεις τι ακριβώς διάβασες.
Εγώ αυτή την περίοδο ήθελα να ασχοληθώ λίγο περισσότερο με την ιστορία της Αργεντινής και το βιβλίο ήρθε να κουμπώσει πάνω σε αυτή την αναζήτηση καθώς με έφερε σε επαφή με μια άγνωστη μέχρι πρότινος για μένα περίοδο.
Ήθελα όμως να μάθω γιατί γράφτηκε. Τι συνέβαινε τότε; Ποιος ήταν και τι σήμαινε ο Rosas; Γιατί ένα σφαγείο μπορούσε να λειτουργήσει ως αλληγορία μιας ολόκληρης κοινωνίας;
Και κάπου εκεί ξαναγυρίζουμε στο ίδιο πράγμα. Το βιβλίο δεν τελειώνει όταν γυρίζεις την τελευταία σελίδα. Μερικές φορές τότε ακριβώς αρχίζει.

Η Ευρώπη του Μεσαίωνα δεν ήταν η Disney
Η Μεσαιωνική Ευρώπη βασικά ήταν βρώμικη. Και μίζερη. Και επικίνδυνη. Και απάνθρωπη.
Πράγματα που δεν μας μάθαινε η Σταχτοπούτα, τουλάχιστον όχι η εκδοχή που μας διάβαζαν. Αλλά μας τα έμαθε ο Patrick Süskind με το Άρωμα.
Εντάξει, όχι ακριβώς ως ιστορικό εγχειρίδιο. Το Άρωμα είναι μυθιστόρημα και, κυρίως, ένα εξαιρετικά σκοτεινό λογοτεχνικό παιχνίδι. Ο Süskind τοποθετεί την ιστορία του στη Γαλλία του 18ου αιώνα και χρησιμοποιεί την κοινωνία, τις πόλεις, τις μυρωδιές και την ακραία σωματικότητα της εποχής για να χτίσει έναν κόσμο που απέχει πολύ από τις ρομαντικές εικόνες που συχνά έχουμε για το παρελθόν.
Και αυτό είναι που μου αρέσει στη λογοτεχνία. Ευτυχώς δε χρειάζεται να σου πει:
«Σήμερα θα μάθουμε για τις συνθήκες υγιεινής στην προνεωτερική Ευρώπη.»
Μπορεί απλώς να σου πει:
«Ένας τύπος με υπεράνθρωπη όσφρηση γεννιέται σε μια βρόμικη ψαραγορά του Παρισιού και αποφασίζει να φτιάξει το τέλειο άρωμα.»
Κάπου ανάμεσα σε φόνους, αρώματα και παράνοια εσύ αρχίζεις να σκέφτεσαι: Μισό λεπτό. Πώς ζούσαν πραγματικά αυτοί οι άνθρωποι;
Κάπως έτσι βρίσκεσαι να διαβάζεις για την ιστορία της Ευρώπης.
Τελικά, γιατί διαβάζουμε;
Δεν έχω μία απάντηση. Μάλλον αυτό είναι και το πιο ωραίο. Διαβάζουμε για εκατοντάδες λόγους και κανένας δεν είναι πιο σωστός από τον άλλον.
Διαβάζουμε για να περάσει η ώρα.
Για να ξεχαστούμε.
Για να συγκινηθούμε.
Για να γελάσουμε.
Για να τρομάξουμε.
Για να ταξιδέψουμε χωρίς να φύγουμε από τον καναπέ.
Για να ζήσουμε ζωές που δεν θα ζήσουμε ποτέ.
Για να συναντήσουμε ανθρώπους που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ.
Και μερικές φορές διαβάζουμε και για να μάθουμε.
Όχι απαραίτητα επειδή το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας είναι ιστορικό, επιστημονικό ή δοκίμιο. Μπορεί να είναι ένα μυθιστόρημα, ένα θρίλερ, ένα βιβλίο που, αν το κοιτάξεις αυστηρά λογοτεχνικά, έχει ένα σωρό προβλήματα (βλ Dan Brown)
Δεν πειράζει.
Γιατί η αξία ενός βιβλίου δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο πόσο καλό είναι ως λογοτεχνικό έργο. Μερικές φορές βρίσκεται στο πού σε πήγε μετά.
Οπότε, μέχρι να βρούμε την απάντηση, να διαβάζετε. Να ψάχνετε. Να αμφισβητείτε. Να μαθαίνετε. Και κυρίως, να μην φοβάστε τις ερωτήσεις που γεννά ένα βιβλίο.
Γιατί μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντικές από τις απαντήσεις του.
